URLs for Books

Your last ebook:

You dont read ebooks at this site.

Total ebooks on site: about 25000

You can read and download its for free!

Ebooks by authors: A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z 
Deledda, Grazia / Καλαμιές στον άνεμο
Produced by Christos Alexandridis






ΚΑΛΑΜΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ


ΓΚΡΑΤΣΙΑ ΝΤΕΛΕΝΤΑ
(GRAZIA DELEDDA)



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Γκράτσια Ντελέντα (Grazia Deledda) γεννήθηκε το 1871 στο
Νούορο της Σαρδηνίας. Αν και καταγόταν από ευκατάστατη
οικογένεια, οι σπουδές της υπήρξαν πολύ περιορισμένες και δεν
ξεπέρασαν εκείνες της τέταρτης τάξης της στοιχειώδους
εκπαίδευσης. Σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό και εχθρικό για την
ανάπτυξη της γυναικείας προσωπικότητας, όπως ήταν γενικά η
ιταλική επαρχία και ειδικότερα η Σαρδηνία στα μέσα του 18ου
αιώνα, μόνη διέξοδος για τις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα
της νεαρής Ντελέντα ήταν η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων.
Διάβαζε με πάθος ό, τι της έπεφτε στο χέρι: Μπαλζάκ, Δουμά,
Ουγκώ, Βύρωνα, Σκοτ κι έτσι άρχισε να εκδηλώνεται νωρίς η
έφεσή της στα γράμματα.

Τα πρώτα της έργα υπήρξαν ποιήματα, αλλά σύντομα εγκατέλειψε
την ποίηση για να αφοσιωθεί οριστικά στην πεζογραφία. Το 1886
δημοσιεύει το πρώτο της διήγημα σε μια εφημερίδα του Νούορο
και συνεχίζει να γράφει διηγήματα για τον τοπικό τύπο.

Το 1896 δημοσιεύει το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Η οδός
του κακού (La via del male) και δέχεται ευμενείς κριτικές από
το λογοτέχνη και κριτικό Λουΐτζι Καπουάνα (Luigi Capuana).
Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστή και έξω από τα στενα πλαίσια
του νησιού της.

Στο μεταξύ οι αναγνώσεις της λογοτεχνικών έργων γίνονται τώρα
πιο συστηματικές και είναι πιο εμφανείς στο γράψιμό της οι
επιδράσεις των βεριστών (ιταλοί ρεαλιστές και νατουραλιστές
πεζογράφοι) αλλά και του Ντ’ Ανούντσιο, των Γάλλων ρεαλιστών
και νατουραλιστών καθώς και των Ρώσων Τολστόι και
Ντοστογιέφσκι.

Το 1899 αφήνει για πρώτη φορά τη γενέθλια πόλη και μεταβαίνει
στο Καλίαρι, όπου γνωρίζεται με τον μέλλοντα σύζυγό της, τον
οποίο παντρεύεται τον επόμενο χρόνο και μετακομίζει μαζί του
οριστικά στη Ρώμη. Εκεί θα ζήσει μέχρι το θάνατό της (το
1936), αφοσιωμένη στο γράψιμο και στην οικογένειά της (το
σύζυγο και τα δυο παιδιά της), μακριά από τη δημοσιότητα και
την κοσμική ζωή της πόλης. Στη Ρώμη εξάλλου θα γράψει και τα
έργα τής ωριμότητάς της, τα σπουδαιότερα από τα οποία είναι
τα μυθιστορήματα: Ελίας Πορτούλου (Elias Portulu, 1900),
Στάχτη (Cenere, 1904), Ο κισσός (L’ edera, 1906), Καλαμιές
στον άνεμο (Canne al vento, 1913), Μαριάννα Σίρκα (Marianna
Sirca, 1915), Η πυρκαγιά του ελαιώνα (L’ incendio dell’
uliveto, 1917), Η μητέρα (La madre, 1919), Η εκκλησία της
μοναξιάς (La chiesa della solitudine, 1936). Μετά το θάνατό
της κυκλοφόρησε το σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά της
Κόζιμα (Cosima, 1937). Εκτός από τα παραπάνω έγραψε και
πληθος διηγημάτων καθώς και μερικά ακόμη μυθιστορήματα.

Η δράση σε όλα σχεδόν τα έργα της τοποθετείται στη Σαρδηνία
και περιστρέφεται γύρω από την πάλη του νέου με το παλιό, της
ανερχόμενης αστικής τάξης με την αρχαϊκή, φεουδαρχική σχεδόν,
κοινωνία του νησιού, αλλά και σε ατομικό επίπεδο τη
συνειδησιακή πάλη του καλού με το κακό, το διαρκή αγώνα για
λύτρωση.

Το 1926 έλαβε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία.


«Καλαμιές στον άνεμο» ή η πορεία προς τη λύτρωση.

Πρόκειται ίσως για το γνωστότερο διεθνώς μυθιστόρημα της
Ντελέντα. Κι εδώ η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Σαρδηνία. Το
κύριο πρόσωπο του έργου, ο Έφις, είναι ο ηλικιωμένος υπηρέτης
στο σπίτι της οικογένειας Πιντόρ. Από την ξεπεσμένη
οικογένεια ευγενών έχουν απομείνει μόνο τρεις αδελφές: δυο
γεροντοκόρες και μια νεότερη, ανύπαντρη κι εκείνη. Ο υπηρέτης
έταξε σκοπό στη ζωή του να υπηρετήσει με πλήρη αφοσίωση τις
τρεις γυναίκες που απόμειναν μόνες και απροστάτευτες, επειδή
πιστεύει πως έτσι θα εξιλεωθεί από μια παλιά κρυφή ενοχή που
τον βαραίνει: σκότωσε άθελά του το αφεντικό του, στην
προσπάθεια να φυγαδεύσει στη Ρώμη μαζί με τον εραστή της την
τέταρτη αδελφή, τη Λία, που αγαπούσε κρυφά χωρίς ανταπόκριση.

Μέσα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, όπου η παράδοση και οι
αρχαϊκές κοινωνικές δομές αντιστέκονται όσο μπορούν στην
εισβολή των νέων οικονομικών σχέσεων και των αντιλήψεων που
τις συνοδεύουν
«Το παρελθόν κυριαρχούσε ακόμη στον τόπο»
«Οι ψυχές των γερόντων ξαναζούν μέσα στους νέους»
«Τώρα οι κύριοι είναι ακριβώς οι έμποροι»
Ο Έφις ζει το προσωπικό του δράμα σαν ντοστογιεφσκικός ήρωας,
ζητώντας τη λύτρωση μέσα από τον πόνο και την ταπείνωση. Δεν
καταλαβαίνει τις αλλαγές που συντελούνται γύρω του. Γνωρίζει
ποια είναι η κοινωνική του θέση και την αποδέχεται
αδιαμαρτύρητα∙ «είμαι ένας ταπεινός υπηρέτης», επαναλαμβάνει
συχνά και δέχεται χωρίς αντίδραση την ξιπασιά της νεαρής
κυράς του
«Εσύ δεν είσαι παρά ένας υπηρέτης! Δεν μας το συγχωρείς που
είμαστε από αρχοντική γενιά…»
Από αρχοντική γενιά, ναι, αλλά εάν δεν τις φρόντιζε ο γερο-
υπηρέτης, θα πέθαιναν και οι τρεις από την πείνα.
Αποκαλυπτικός είναι ο διάλογος μεταξύ του Έφις και του
Τζατσίντο, γιού της νεκρής πια Λία και ανεψιού των αδελφάδων
Πιντόρ, που ήρθε στο νησί από τη Ρώμη, άθλιος και
δυστυχισμένος, για να κάνει την τύχη του και που αποτελεί το
φορέα των νέων ιδεών και της «τεχνολογίας» (φέρνει μαζί του
το ποδήλατο, το τέρας της αποκαλύψεως για τους νησιώτες,
δέχεται να δουλέψει ως εργάτης, αν και είναι ευγενικής
καταγωγής κ.α.)
«… ξανάρχισε (ο Τζατσίντο) τις ιστορίες για τα μυθικά πλούτη
των Στεριανών Κυρίων, για τις κακές τους συνήθειες και τη
διαφθορά τους.
- Και αυτοί είναι άνθρωποι ευχαριστημένοι; ρώτησε ο Έφις
σχεδόν θυμωμένα.
- Κι εμείς είμαστε άνθρωποι ευχαριστημένοι;
- Εγώ ναι, κύριέ μου! είπε ο Έφις.»
Γιατί όμως είναι ευχαριστημένος; Γιατί ξέρει πως
«Γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε, όπως Εκείνος και γι’ αυτό
πρέπει να κλαίμε και να σωπαίνουμε».

Η ευτυχία είναι δώρο του Θεού, είναι η λύτρωση που την
κερδίζουμε παλεύοντας καθημερινά με το κακό, με τα πάθη μας,
προσφέροντας τους εαυτούς μας στους άλλους με αυταπάρνηση.
«Εσύ (Έφις) πού τη βρήκες την πραγματική σωτηρία;»
τον ρωτάει ο Τζατσίντο και απαντάει ο ίδιος
«Ζώντας για τους άλλους∙ αυτό θέλω να κάνω κι εγώ».

Τη λύτρωση όμως την κερδίζουμε κυρίως περνώντας μέσα από την
αμαρτία και τον πόνο, ψυχικό και σωματικό, γιατί έτσι
αναδεικνύεται το θεϊκό μεγαλείο κι εμείς αγγίζουμε την
αιωνιότητα
«Κύριε, σ’ ευχαριστώ, πάρε τώρα την ψυχή μου. Είμαι
ευτυχισμένος που υπέφερα, που αμάρτησα, γιατί δοκιμάζω το
θεϊκό σου έλεος, τη συγχώρεσή σου, τη βοήθειά σου, την
απέραντη μεγαλοσύνη σου.»
προσεύχεται ο Έφις.

Άλλη οδός σωτηρίας δεν υπάρχει, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος
γιατί
«- Σαν τις καλαμιές στον άνεμο είμαστε. Εμείς είμαστε τα
καλάμια και η μοίρα είναι ο άνεμος.
- Γιατί όμως μια τέτοια μοίρα;
- Και ο άνεμος γιατί; Ο Θεός μόνο ξέρει.
- Γεννηθήτω, τότε, το θέλημά Του.»

Εξάλλου, όπως λέει και μια από τις κυράδες του,
«Μπροστά στο Θεό δεν υπάρχουν ούτε υπηρέτες ούτε αφεντικά»
γιατί
«…μέσα μας βρίσκεται η γιατρειά. Καρδιά πρέπει να έχουμε,
τιποτ’ άλλο…»

Έτσι, το υπαρξιακό πρόβλημα του Έφις λύνεται μέσα από τη
θρησκευτική πίστη. Όλη η ζωή του δεν είναι άλλο παρά η πορεία
μιας κολασμένης ψυχής που πρέπει να φτάσει στον αιώνιο
προορισμό της.

Αν και η Ντελέντα επηρεάστηκε από το βερισμό, ο τρόπος γραφής
της βρίσκεται πιο κοντά στο ρομαντισμό. Από το βερισμό κρατά
τη ρεαλιστική του διάσταση, αλλά δεν αποστασιοποιείται
εντελώς από τα πρόσωπα και τα γεγονότα που περιγράφει.

Το αφηγηματικό της ύφος δίνει έμφαση στον περιβάλλοντα χώρο
και τονίζει τις ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις των
προσώπων. Ο λυρισμός, οι συχνές, μέχρις υπερβολής,
παρομοιώσεις και οι μεταφορές τοποθετούν τον αναγνώστη σ’
έναν χώρο που μοιάζει να είναι κι αυτός ζωντανός και να
συμμετέχει στα δρώμενα, συμπάσχοντας με τους ανθρώπους. Έτσι,
τα φυσικά φαινόμενα προσωποποιούνται συχνά, προεκτείνοντας το
ανθρώπινο δράμα.
«Περνάει ο άνεμος και τα καλάμια τρέμουν και ψιθυρίζουν: Έφις
θυμάσαι, Έφις θυμάσαι; Έφυγες, ξαναγύρισες, είσαι πάλι
ανάμεσά μας σαν κάποιος της οικογένειας. Άλλος λυγίζει και
άλλος σπάει, άλλος αντέχει σήμερα, αλλά θα λυγίσει αύριο και
μεθαύριο θα σπάσει. Έφις θυμάσαι;»

Οι διάλογοι, από την άλλη, είναι συχνοί και όλο ζωντάνια, με
κάποιες διαλεκτικές πινελιές εδώ κι εκεί. Ο τρόπος που
εκφράζονται τα πρόσωπα του μυθιστορήματος αντανακλά πολλές
φορές την κοινωνική τους θέση, αλλά και τις σχέσεις που έχουν
αναπτυχθεί μεταξύ τους. Έτσι, ο μεγαλοκτηματίας ευγενής,
ξάδελφος των αδελφάδων Πιντόρ βλέπει αφ’ υψηλού τους πάντες
και απευθύνεται με τρόπο περιφρονητικό και σχεδόν υβριστικό
στους κοινωνικά κατωτέρους του. Το ίδιο και η Νοέμι, η
νεώτερη αδελφή και θεματοφύλακας της παράδοσης και της τιμής
και αξιοπρέπειας της ξεπεσμένης της οικογένειας, μιλάει
πολλές φορές αλαζονικά και ειρωνικά προς τον υπηρέτη, ο
οποίος, αν και είναι ευγενικός και προσηνής προς τις κυράδες
του και δουλικός προς τον ξάδελφό τους, χρησιμοποιεί ωστόσο
σκληρή πολλές φορές γλώσσα προς την τοκογλύφο, που βρίσκεται
στην ίδια κοινωνική βαθμίδα με αυτόν.

Συχνές είναι τέλος και οι φολκλορικές αναφορές στα ήθη, τα
έθιμα, στη μουσική και τους χορούς, στις τοπικές φορεσιές των
κατοίκων του νησιού, ακόμη και στην αρχιτεκτονική των
κατοικιών.

Χρίστος Αλεξανδρίδης






ΚΑΛΑΜΙΕΣ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ



Κεφάλαιο πρώτο

Όλη τη μέρα ο Έφις, υπηρέτης στις κυρίες Πιντόρ, δούλευε για
να ενισχύσει το πρωτόγονο ανάχωμα που είχε κατασκευάσει ο
ίδιος σιγά σιγά με τα χρόνια και με κόπο, κάτω στο βάθος του
μικρού κτήματος, πλάι στο ποτάμι, και ενώ έπαιρνε να
βραδιάζει ατένιζε το έργο του από ψηλά, καθισμένος μπροστά
στην καλύβα, κάτω από το γλαυκό φρύδι που σχημάτιζαν τα
καλάμια στα μισά της πλαγιάς του λευκού Λόφου των
Περιστεριών.

Να το ολόκληρο στα πόδια του, σιωπηλό κι εδώ κι εκεί να
γυαλίζει από τα νερά στο λιόγερμα, το κτηματάκι που ο Έφις
λογάριαζε περισσότερο δικό του παρά των κυράδων του. Τριάντα
χρόνια κατοχής και εργασίας το είχαν κάνει δικό του και οι
αιμασιές από φραγκοσυκιές που το κλείνουν από πάνω προς τα
κάτω σαν δυο γκρίζοι τοίχοι που σέρνονται από πεζούλα σε
πεζούλα, από το λόφο μέχρι το ποτάμι, του φαίνονται να είναι
τα σύνορα του κόσμου.

Ο υπηρέτης δεν κοίταζε πέρα από το κτηματάκι και για το λόγο
ότι τα χωράφια που βρίσκονταν από τη μια μεριά και από την
άλλη ανήκαν κάποτε στις κυράδες του: γιατί να θυμάται τα
παλιά; Ανώφελη, θλιβερή θύμηση. Καλύτερα να σκέφτεται το
μέλλον και να ελπίζει στη βοήθεια του Θεού.

Και ο Θεός υποσχόταν μια καλή χρονιά ή τουλάχιστον γέμιζε με
λουλούδια όλες τις αμυγδαλιές και τις ροδακινιές της κοιλάδας
που βρισκόταν ανάμεσα σε δυο σειρές λευκών λόφων, με τα
αχνογάλαζα βουνά στο βάθος προς τη δύση και με τη θάλασσα
στην ανατολή. Η κοιλάδα σκεπασμένη με την ανοιξιάτικη
βλάστηση, με νερά, με θάμνους, με λουλούδια, έδινε την
εντύπωση μιας κούνιας γεμάτης με πράσινα πέπλα και γαλάζιες
κορδέλες, με το μονότονο μουρμούρισμα του ποταμού σαν εκείνο
ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται.

Οι μέρες όμως ήταν κιόλας πολύ ζεστές και ο Έφις σκεφτόταν
και τις μπόρες που φουσκώνουν το ποτάμι χωρίς αναχώματα και
το κάνουν να τινάζεται σαν θεριό και να καταστρέφει τα πάντα.
Να ελπίζει κανείς, ναι, αλλά όχι και να έχει εμπιστοσύνη• ν’
αγρυπνά σαν τις καλαμιές πάνω στο φρύδι του λόφου που σε κάθε
φύσημα του ανέμου χτυπά η μια τα φύλλα της άλλης σαν να
ειδοποιούνται μεταξύ τους για τον κίνδυνο.

Γι’ αυτό είχε δουλέψει όλη τη μέρα και τώρα, περιμένοντας να
πέσει η νύχτα και για να μη μένει αργός, έπλεκε μια ψάθα από
βούρλα και παρακαλούσε το Θεό να πιάσει τόπο η δουλειά του.
Τι αξία έχει ένα μικρό ανάχωμα εάν ο Θεός δεν το κάνει, με τη
θέλησή του, δυνατό σαν βουνό;

Εφτά βούρλα λοιπόν, πλεγμένα σ' ένα κλαδί λυγαριάς και μαζί
εφτά προσευχές στον Κύριο και στην Παναγία του Ριμέντιο,
μεγάλη η χάρη της. Να εκεί κάτω στο γαλάζιο ορίζοντα του
δειλινού το εκκλησάκι της και ο περίβολος από καλύβες ήρεμος
σαν προϊστορικό χωριό, εγκαταλειμμένο εκεί από αιώνες. Εκείνη
την ώρα, ενώ το φεγγάρι ξεπρόβαλε σαν μεγάλο τριαντάφυλλο
ανάμεσα στους θάμνους του λόφου και οι φλόμοι σκόρπιζαν τη
μυρωδιά τους στις όχθες του ποταμού, προσεύχονταν και οι
κυράδες του Έφις: η ντόνα Έστερ, η μεγαλύτερη, ας είναι
ευλογημένη, θα τον μνημόνευε σίγουρα κι αυτόν τον αμαρτωλό.
Αρκούσε αυτό για να νοιώθει ικανοποιημένος και αποζημιωμένος
για τους κόπους του.

Κάποια βήματα που πλησίαζαν τον έκαναν να σηκώσει τα μάτια.
Νόμισε πως τα αναγνώρισε: ήταν τα γρήγορα και ελαφριά βήματα
ενός παιδιού, βήματα αγγέλου που τρέχει να αναγγείλει τα
χαρμόσυνα μηνύματα, και τα θλιβερά. Ας γίνει το θέλημα του
Θεού: εκείνος στέλνει τα καλά και τα κακά μαντάτα. Η καρδιά
του όμως άρχισε να τρέμει και τα μαύρα και σκασμένα δάχτυλά
του έτρεμαν κι αυτά με τα ασημί βούρλα που γυάλιζαν στο φως
του φεγγαριού σαν υδάτινες κλωστές.

Τα βήματα δεν ακούγονταν πια. Ο Έφις όμως έμενε ακόμη εκεί
και περίμενε ακίνητος.

Το φεγγάρι ανέβαινε μπροστά του και οι φωνές του απόβραδου
ειδοποιούσαν τους ανθρώπους ότι η μέρα τους είχε τελειώσει.
Ήταν η ρυθμική φωνή του κούκου, το τραγούδι των πρώιμων
τριζονιών, ο στεναγμός κάποιου πουλιού• ήταν ο αναστεναγμός
των καλαμιών και η φωνή, όλο και πιο καθάρια, του ποταμού.
Πάνω απ’ όλα όμως ήταν μια πνοή, ένα λαχάνιασμα όλο μυστήριο
που έμοιαζε να βγαίνει μέσα από την ίδια τη γη. Ναι, η μέρα
του δουλευτή είχε τελειώσει, άρχιζε όμως η φανταστική ζωή των
αερικών, των νεράιδων, των περιπλανώμενων ξωτικών. Τα
φαντάσματα των παλιών Βαρόνων κατέβαιναν από τα χαλάσματα του
κάστρου πάνω από το χωριό Γκάλτε, ψηλά, στον ορίζοντα στα
αριστερά του Έφις, και έτρεχαν στην ακροποταμιά κυνηγώντας
αγριογούρουνα και αλεπούδες. Τα όπλα τους γυάλιζαν ανάμεσα
στις σκλήθρες της όχθης και το ξεψυχισμένο γαύγισμα των
σκυλιών από μακριά φανέρωνε το πέρασμά τους.

Ο Έφις άκουγε το θόρυβο που έκαναν πλένοντας τα ρούχα τους
κάτω στο ποτάμι οι πάνας, γυναίκες που είχαν πεθάνει στη
γέννα, χτυπώντας τα με τις κοκάλες των πεθαμένων και νόμιζε
ότι διέκρινε τον αματατόρε, ένα στοιχειό με εφτά σκουφιά που
μέσα τους έκρυβε έναν θησαυρό, να πηδά εδώ κι εκεί κάτω από
το δάσος με τις μυγδαλιές και να τρέχουν πίσω του βρικόλακες
με ατσάλινες ουρές.

Το πέρασμά του έκανε τα κλαδιά και τις πέτρες να λάμπουν κάτω
από το φεγγάρι και με τα κακά πνεύματα ενώνονταν κι εκείνα
των αβάπτιστων παιδιών, πνεύματα λευκά που πετούσαν στον αέρα
και μεταμορφώνονταν σε ασημένια συννεφάκια πίσω από το
φεγγάρι. Και οι νάνοι και οι γιάνας, μικρές νεράιδες που τη
μέρα μένουν στο καμωμένο από βράχους σπίτι τους να υφαίνουν
χρυσό πανί σε χρυσούς αργαλειούς, χόρευαν στον ίσκιο των
μεγάλων θάμνων της αγριελιάς, ενώ οι γίγαντες πρόβαλαν
ανάμεσα από τους φεγγαρολουσμένους βράχους των βουνών,
κρατώντας από τα χαλινάρια τα τεράστια πράσινα άλογά τους που
μόνο εκείνοι μπορούν να καβαλικέψουν και κατασκόπευαν εάν
εκεί κάτω, ανάμεσα στις εκτάσεις του βλαβερού φλόμου κρυβόταν
κανείς δράκος ή εάν το μυθικό φίδι κανανέα, που ζούσε από τα
χρόνια του Χριστού ακόμη, σερνόταν πάνω στην άμμο γύρω από το
βάλτο.

Τις νύχτες με φεγγάρι ιδιαίτερα, όλο εκείνο το μυστηριώδες
πλήθος δίνει ζωή στους λόφους και στις κοιλάδες. Ο άνθρωπος
δεν έχει δικαίωμα να το ενοχλήσει με την παρουσία του, έτσι
όπως τα πνεύματα τον σεβάστηκαν όσο κρατούσε η πορεία του
ήλιου. Είναι ώρα λοιπόν ν’ αποσυρθεί κανείς και να κλείσει τα
μάτια κάτω από την προστασία του φύλακα αγγέλου.

Ο Έφις σταυροκοπήθηκε και σηκώθηκε, αλλά περίμενε ακόμη μήπως
έρθει κανείς. Έσπρωξε όμως τη σανίδα που χρησίμευε για πόρτα
και ακούμπησε επάνω της ένα μεγάλο σταυρό από καλάμια για να
εμποδίσει τα αερικά και τους πειρασμούς να μπουν στην καλύβα.

Το φως του φεγγαριού φώτιζε μέσα από τις χαραμάδες το στενό
δωμάτιο που χαμήλωνε στις γωνίες, ήταν όμως αρκετά μεγάλο γι’
αυτόν που ήταν μικροκαμωμένος και αδύνατος σαν έφηβος. Από
την κωνική σκεπή, φτιαγμένη από καλάμια και βούρλα, που
σκέπαζε τους τοίχους από ξερολιθιά και είχε μια τρύπα στη
μέση για να βγαίνει ο καπνός, κρέμονταν αρμαθιές κρεμμύδια
και μάτσα από αποξεραμένα βότανα, σταυροί από φοινικόφυλλα
και κλαδιά από αγιασμένα βάγια, ένα ζωγραφισμένο κερί, ένα
δρεπάνι για να διώχνει τους βρικόλακες και ένα σακουλάκι
κριθάρι ενάντια στις πάνας. Στο φύσημα του ανέμου έτρεμε όλο
το καλύβι και η αραχνιές γυάλιζαν στο φεγγαρόφωτο. Καταγής
αναπαυόταν η στάμνα με τα χερούλια στα πλευρά και η χύτρα
αναποδογυρισμένη κοιμόταν πλάι της.

Ο Έφις ετοίμασε την ψάθα, αλλά δεν ξάπλωσε. Του φαινόταν
πάντα ότι άκουγε θόρυβο από παιδικά βήματα. Σίγουρα κάποιος
ερχότανε∙ και πραγματικά τα σκυλιά άρχισαν ξαφνικά να
γαβγίζουν στα κοντινά κτήματα και όλο το τοπίο που λίγο πριν
έμοιαζε να κοιμάται μέσα στον ψίθυρο της προσευχής των
βραδινών ήχων, γέμισε από αντίλαλους και βοή, σαν να
ξυπνούσε απότομα.

Ο Έφις άνοιξε πάλι. Μια μαύρη φιγούρα ανέβαινε τον ανήφορο
όπου τα χαμηλά κουκιά κυμάτιζαν κιόλας ασημένια στο
φεγγαρόφωτο, κι εκείνος, που τη νύχτα ακόμη και οι ανθρώπινες
μορφές του φαίνονταν μυστηριώδεις, ξανάκανε το σταυρό του.
Τον φώναξε όμως μια γνώριμη φωνή: ήταν η νεανική φωνή, λίγο
λαχανιασμένη όμως, ενός αγοριού που κατοικούσε πλάι στο σπίτι
των Πιντόρ.
«Μπαρμπα- Εφισέ, μπαρμπα- Εφισέ!»
«Τι τρέχει, Τζουαναντό; Είναι καλά οι κυράδες μου;»
«Ναι, είναι καλά, μου φαίνεται. Με στέλνουν μόνο για να σας
πω να γυρίσετε αύριο νωρίς στο χωριό, γιατί θέλουν να σας
μιλήσουν. Μπορεί να είναι για κάποιο κίτρινο γράμμα που είδα
στο χέρι της ντόνας Νοέμι. Η ντόνα Νοέμι το διάβαζε και η
ντόνα Ρουθ με άσπρο μαντίλι στο κεφάλι σαν καλόγρια, που
σκούπιζε την αυλή, στεκόταν ακίνητη ακουμπώντας στη σκούπα
και άκουγε».
«Ένα γράμμα; Δεν ξέρεις από ποιόν είναι;»
«Όχι, δεν ξέρω να διαβάζω. Η γιαγιά μου όμως λέει ότι μπορεί
να είναι από τον κυρ Τζατσίντο, τον ανιψιό που έχουν οι
κυράδες σας».

Ναι, ο Έφις το ένοιωθε• έτσι πρέπει να ήταν. Έξυνε ωστόσο
σκεφτικός το μάγουλο, με χαμηλωμένο το κεφάλι, και έλπιζε
αλλά και φοβόταν μήπως κάνει λάθος.

Το αγόρι κάθισε κουρασμένο στην πέτρα μπροστά στο καλύβι και
έλυνε τα κορδόνια του ενώ ρωτούσε μήπως βρισκόταν τίποτε για
να φάει.
«Έτρεξα σαν ελαφάκι επειδή φοβόμουν τ’ αερικά......»

Ο Έφις σήκωσε το χαλκοπράσινο πρόσωπό του, σκληρό σαν
μπρούντζινη μάσκα, και κοίταξε το αγόρι με τα μικρά γαλαζωπά
του μάτια, χωμένα μες στις κόγχες και περιτριγυρισμένα από
ρυτίδες: κι εκείνα τα μάτια, ζωντανά και λαμπερά, φανέρωναν
μια παιδική αγωνία.
«Σου είπαν εάν πρέπει να γυρίσω αύριο ή απόψε;»
«Αύριο, σας είπα! Όσο θα λείπετε στο χωριό εγώ θα είμαι εδώ
να φυλάω το κτήμα».

Ο υπηρέτης ήταν συνηθισμένος να υπακούει στις κυράδες του και
δε ζήτησε άλλες εξηγήσει. Τράβηξε ένα κρεμμύδι από την
αρμαθιά, ένα κομμάτι ψωμί από το δισάκι και ενώ το παιδί
έτρωγε γελώντας και κλαίγοντας από τη μυρωδιά του καυτερού
κολατσιού, ξανάρχισαν την κουβέντα. Τα σημαντικότερα πρόσωπα
του χωριού μπερδεύονταν στην κουβέντα τους. Πρώτος στη σειρά
ο Ρετόρος [1], μετά η αδελφή του, έπειτα ο Μιλέζος που είχε
παντρευτεί την κόρη εκείνης και που είχε γίνει, από πλανόδιος
πωλητής πορτοκαλιών και κανατιών, ο πλουσιότερος έμπορος του
χωριού. Ακολουθούσε ο ντον Πρέντου, ο Πρόεδρος του χωριού,
που ήταν ξάδελφος των κυράδων του Έφις. Ο ντον Πρέντου ήταν
πλούσιος, όχι όμως σαν τον Μιλέζο. Μετά ερχόταν η Καλίνα, η
τοκογλύφος, πλούσια κι εκείνη, αλλά με μυστηριώδη τρόπο.

«Οι κλέφτες προσπάθησαν ν’ ανοίξουν πέρασμα στον τοίχο της.
Άδικος κόπος∙ είναι στοιχειωμένος. Κι εκείνη γελούσε, σήμερα
το πρωί, στην αυλή της και έλεγε ότι κι αν μπουν θα βρουν
μόνο στάχτες και καρφιά, γιατί είναι φτωχή σαν το Χριστό. Η
γιαγιά μου όμως λέει ότι η θεια-Καλίνα έχει ένα σακουλάκι
γεμάτο χρυσάφι, κρυμμένο μες στον τοίχο».

Κατά βάθος όμως λίγο ενδιέφεραν στον Έφις εκείνες οι
ιστορίες. Ξαπλωμένος πάνω στο ψαθί, με το ένα χέρι κάτω από
τη μασχάλη και το άλλο κάτω από το μάγουλο, ένοιωθε την
καρδιά του να χτυπά και το θρόισμα των καλαμιών πάνω στο
φρύδι του λόφου του φαινόταν να είναι ο αναστεναγμός κάποιου
κακού πνεύματος.

Το κίτρινο γράμμα! Κίτρινο, άσχημο χρώμα. Ποιος ξέρει τι
έμελλε ακόμη να συμβεί στις κυράδες του. Εδώ και είκοσι
χρόνια, όταν κάποιο γεγονός έσπαγε τη μονοτονία της ζωής στο
σπίτι των Πιντόρ, ήταν πάντα μια συμφορά.

Ξάπλωσε και το παιδί, αλλά δεν είχε όρεξη για ύπνο.
«Μπαρμπα-Έφις, και σήμερα η γιαγιά μου έλεγε ότι οι κυράδες
σας ήταν πλούσιες, όπως ο ντον Πρέντου. Είναι αλήθεια ή όχι;»
«Αλήθεια είναι,» είπε ο υπηρέτης αναστενάζοντας. «Δεν είναι
όμως ώρα να θυμόμαστε τέτοια πράγματα. Κοιμήσου».

Το παιδί χασμουρήθηκε.
«Η γιαγιά μου όμως λέει ότι όταν πέθανε η ντόνα Μαρία
Κριστίνα, η παλιά, καλή κυρά σας, σαν να έπεσε ανάθεμα στο
σπίτι σας. Είναι αλήθεια ή όχι;»
«Κοιμήσου, σου λέω, δεν είναι ώρα .....».
«Ε, αφήστε με να μιλήσω! Και γιατί το’ σκασε η ντόνα Λία, η
μικρή σας κυρά; Η γιαγιά μου λέει ότι εσείς το ξέρετε, ότι
τη βοηθήσατε να το σκάσει, τη ντόνα Λία. Τη συνοδέψατε μέχρι
τη γέφυρα, όπου κρύφτηκε, μέχρι που πέρασε ένα κάρο που την
πήρε και την πήγε μέχρι τη θάλασσα. Εκεί μπαρκάρισε. Και ο
ντον Τζάμε, ο πατέρας της, το αφεντικό σας, την έψαχνε, την
έψαχνε, μέχρι που πέθανε. Πέθανε εκεί, πλάι στη γέφυρα. Ποιος
τον σκότωσε; Η γιαγιά μου λέει ότι το γνωρίζετε......»
«Η γιαγιά σου είναι μια στρίγκλα! Εκείνη κι εσύ, εσύ κι
εκείνη αφήστε ήσυχους τους νεκρούς!» φώναξε ο Έφις, αλλά η
φωνή του ήταν βραχνή και το παιδί γέλασε με αυθάδεια.
«Μη θυμώνετε, γιατί σας κάνει κακό, μπαρμπα-Έφις! Η γιαγιά
μου λέει ότι ήταν ένα στοιχειό που σκότωσε τον ντον Τζάμε.
Είναι αλήθεια ή όχι;»

Ο Έφις δεν απάντησε∙ έκλεισε τα μάτια, έκλεισε με το χέρι το
αυτί, αλλά η φωνή του παιδιού βούιζε μες στο σκοτάδι και του
φαινόταν να είναι εκείνη η ίδια η φωνή των πνευμάτων του
παρελθόντος.

Και να που σιγά σιγά όλα μαζεύονται τριγύρω, περνούν μέσα από
τις σχισμές, όπως οι αχτίδες του φεγγαριού: είναι η ντόνα
Μαρία Κριστίνα, όμορφη και ήρεμη σαν αγία, είναι ο ντον
Τζάμε, κόκκινος και βίαιος σαν το διάβολο, είναι οι τέσσερις
θυγατέρες που στο χλωμό τους πρόσωπο έχουν την ηρεμία της
μητέρας τους και βαθιά μες στα μάτια τους τη φλόγα του
πατέρα, είναι οι υπηρέτες, οι υπηρέτριες, οι συγγενείς, οι
φίλοι, όλος εκείνος ο κόσμος που πλημμυρίζει το πλούσιο σπίτι
των απογόνων των Βαρόνων της περιοχής. Περνάει όμως ο άνεμος
της δυστυχίας και ο κόσμος σκορπάει, όπως τα σύννεφα στον
ουρανό γύρω από το φεγγάρι, όταν φυσάει η τραμουντάνα.

Η ντόνα Κριστίνα πέθανε• το χλωμό πρόσωπο των θυγατέρων
χάνει κάτι από την ηρεμία του και η φλόγα στο βάθος των
ματιών μεγαλώνει: μεγαλώνει όσο ο ντον Τζάμε, μετά το θάνατο
της γυναίκας του, παίρνει όλο και περισσότερο το αυταρχικό
ύφος των προγόνων του Βαρόνων και, όπως εκείνοι, κρατάει
κλειστά μέσα στο σπίτι, σαν να ήταν σκλάβες, τα τέσσερα
κορίτσια, περιμένοντας αντάξιούς τους γαμπρούς. Και σαν
σκλάβες εκείνες έπρεπε να δουλεύουν, να ζυμώνουν, να
υφαίνουν, να ράβουν, να μαγειρεύουν, να μάθουν να φυλάνε το
έχει τους και πάνω απ’ όλα δεν έπρεπε να σηκώνουν τα μάτια
τους στους άντρες, ούτε να επιτρέπουν στον εαυτό τους να
σκεφτεί κάποιον που δε θα προοριζόταν να γίνει άντρας τους.
Τα χρόνια όμως περνούσαν και γαμπρός πουθενά. Και όσο
γερνούσαν τα κορίτσια του, τόσο περισσότερο ο ντον Τζάμε
απαιτούσε από εκείνες μεγαλύτερη αυστηρότητα στο ήθος.
Αλίμονο αν τις έβλεπε να προβάλουν στα παράθυρα που έβλεπαν
στο σοκάκι πίσω από το σπίτι, ή αν έβγαιναν χωρίς την άδειά
του.



Pages: | 1 | | 2 | | 3 | | 4 | | 5 | | 6 | | 7 | | 8 | | 9 | | 10 | | 11 | | 12 | | 13 | | 14 | | 15 | | 16 | | 17 | | 18 | | Next |

Main -> Deledda, Grazia -> Καλαμιές στον άνεμο